Απόρριψη Έφεσης ΕΦΚΑ κατά Εργοδότη
Αριθμός Απόφασης: 1292/2022
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 17ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ
Συνεδρίασεδημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2021, με δικαστές τους: Παναγή Κουτρίκη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Δημήτριο Χ. Τοπάλογλου και Ηλία Σαπουνά (Εισηγητή), Εφέτες Δ.Δ., και γραμματέα τον Δημήτριο Μενιάδη, δικαστικό υπάλληλο,
για να δικάσει τη με αρ. κατ. ΕΦ 2649/4.9.2020 έφεση,
του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 εδ. β΄ του Κ.Δ.Δ., της δικαστικής πληρεξούσιας του Ν.Σ.Κ. ………………………………..,
κατά των: 1) …………………………….. του ………………….. και 2) ……………………………………….. συζύγου ………………………., κατοίκων …………………… ν. Λάρισας (οδός ………………………αρ. 9), οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 εδ. β΄ του Κ.Δ.Δ., της διορισθείσας, δυνάμει της εκδοθείσας κατ’ άρθρο 276Α του Κ.Δ.Δ. 68/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής-Νίκης Σωτηροπούλου.
Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι η ε ξ ή ς:
- Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται η εξαφάνιση της Α1903/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιό της εκείνο με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η από 29-12-2006 αγωγή του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου εφεσιβλήτου Βασίλειου Αλεξίου και υποχρεώθηκε το ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ’ αυτόν, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής έως και την εξόφληση, το συνολικό ποσό των 5.738,34 ευρώ (ήτοι ποσό 5.238,34 ευρώ, ως αποζημίωση, και ποσό 500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, κατά τα άρθρα 105 του ΕισΝΑΚ και 932 του Α.Κ.), λόγω αντίστοιχης περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης που υπέστη από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Υπουργείου Γεωργίας, οι οποίες οδήγησαν στη μη ένταξή του σε πρόγραμμα ενίσχυσης για την αποκατάσταση των ζημιών που είχαν προκληθεί, την άνοιξη και το καλοκαίρι του έτους 2000, στις καλλιέργειες γλυκού καλαμποκιού που κατείχε και εκμεταλλεύονταν στο Νομό Λάρισας, εξαιτίας της εκδήλωσης της ασθένειας «άνθρακας του καλαμποκιού». Καταρχάς, η κρινόμενη έφεση απαραδέκτως ασκείται κατά της δεύτερης εφεσίβλητης Παρασκευής Κόκκαλη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος προς τούτο εκ μέρους του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 93 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.), καθόσον με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε, ως ουσία αβάσιμη, κατά το μέρος που ασκείτο από την προαναφερόμενη διάδικο (ως δεύτερη ενάγουσα), η ανωτέρω αγωγή με αίτημα την υποχρέωση καταβολής από το εναγόμενο Δημόσιο για την ίδια ως άνω αιτία του συνολικού ποσού των 790.325 ευρώ. Περαιτέρω, η κρινόμενη έφεση, η οποία κατά τα λοιπά ασκείται εν γένει παραδεκτώς, πρέπει να εξετασθεί κατ’ ουσίαν.
- Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …» Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών νομικού πρόσωπου δημοσίου δικαίου και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου, τηρούμενων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (βλ. ΣτΕ. 2669, 2327/2015, 4737/2014, 4133/2011, 1019/2008, 2741/2007, 2796/2006). Τέλος, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημοσίου οργάνου και της επελθούσας ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία (βλ. Σ.τ.Ε. 1847, 1608/2016, 2669/2015, 1219/2012). εξάλλου, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ., να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (βλ. Σ.τ.Ε. 2209/2014, 167/2014, 3322/2012 7μ.). Το ποσό της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο λαμβάνει προς τούτο υπόψη τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις, κάτω από τις οποίες συντελέστηκε η άδικη πράξη του υπαιτίου και, ιδίως, το βαθμό του πταίσματος του υποχρέου, το είδος της προσβολής και την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση δικαιούχου και υποχρέου (πρβλ. Σ.τ.Ε. 110/2017, 2227/2016, 740/2001).
- Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Σ.Λ.Ε.Ε. (πρώην άρθρο 87 της Συνθ. Ε.Κ.) ορίζεται ότι: «1. Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως. 2. Συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά: α) … β) οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα· γ) … 3. Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά: α) … β) … γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον· δ) … ε) …»., στο άρθρο 108 αυτής (πρώην άρθρο 88 Συνθ.Ε.Κ.) ότι: «1. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. … 2. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι η ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 92, ή ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει. … 3. Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι το σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση. 4. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με τις κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων για τις οποίες το Συμβούλιο έχει ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 109, ότι μπορούν να μην υπόκεινται στη διαδικασία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου». 4. Επειδή, περαιτέρω, στην Ανακοίνωση της Επιτροπής «Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας» (2000/C 28/02) διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «…11.2. ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΗ ΖΗΜΙΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΘΕΟΜΗΝΙΕΣ Η ΕΚΤΑΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ 11.2.1. Επειδή αποτελούν εξαιρέσεις από τη γενική αρχή του ασυμβίβαστου των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά, η οποία τίθεται με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, η Επιτροπή υποστηρίζει σταθερά ότι οι έννοιες της “θεομηνίας” και του “έκτακτου γεγονότος” που περιέχονται στο άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο β) πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Μέχρι τούδε, η Επιτροπή έχει δεχθεί ότι οι σεισμοί, οι χιονοστιβάδες, οι κατολισθήσεις και οι πλημμύρες μπορεί να συνιστούν θεομηνίες. … Κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή δεν δέχεται ότι η εκδήλωση ζωικών ή φυτικών ασθενειών μπορεί να θεωρηθεί θεομηνία ή έκτακτο γεγονός. Εντούτοις, σε μία περίπτωση η Επιτροπή ανεγνώρισε ότι η ευρύτατη εκδήλωση μιας εντελώς νέας ζωικής ασθένειας αποτελούσε έκτακτο γεγονός. Λόγω των εγγενών δυσχερειών στην πρόβλεψη γεγονότων του είδους αυτού, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να αξιολογεί τις προτάσεις χορήγησης ενισχύσεων σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο β) κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη πρακτική της στον τομέα αυτό. 11.2.2. Εφόσον έχει αποδειχθεί η ύπαρξη θεομηνίας ή έκτακτου γεγονότος, η Επιτροπή θα επιτρέπει τη χορήγηση ενίσχυσης σε ποσοστό μέχρι 100 % για την αντιστάθμιση των υλικών ζημιών. Η αντιστάθμιση πρέπει κανονικά να υπολογίζεται σε επίπεδο ατομικού δικαιούχου και, για να αποφεύγεται η υπεραντιστάθμιση, οι τυχόν πληρωμές που οφείλονται, π.χ. βάσει ασφαλιστικών συμβολαίων, πρέπει να αφαιρούνται από το ποσό της ενίσχυσης. Η Επιτροπή θα δέχεται επίσης ενισχύσεις για την αποζημίωση γεωργών για τις απώλειες εισοδήματος που απορρέουν από την καταστροφή των μέσων γεωργικής παραγωγής, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει υπεραντιστάθμιση. 11.3. ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΕΩΡΓΩΝ ΓΙΑ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΚΑΙΡΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ 11.3.1. Η Επιτροπή υποστηρίζει σταθερά ότι οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως ο παγετός, το χαλάζι, ο πάγος, η βροχή ή η ξηρασία, δεν μπορούν από μόνες τους να θεωρηθούν θεομηνίες κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 2 στοιχείο β). Εντούτοις, λόγω των ζημιών που ενδέχεται να προκαλέσουν τα γεγονότα αυτά στη γεωργική παραγωγή ή στα μέσα γεωργικής παραγωγής, η Επιτροπή έχει δεχθεί ότι τα γεγονότα αυτά μπορούν να εξομοιωθούν προς θεομηνίες, όταν το επίπεδο των ζημιών φθάνει ένα κατώτατο όριο, το οποίο έχει καθορισθεί σε 20 % της κανονικής παραγωγής στις μειονεκτικές περιοχές και σε 30 % στις λοιπές περιοχές. Λόγω των εγγενών διακυμάνσεων της γεωργικής παραγωγής, η διατήρηση του κατωτάτου αυτού ορίου φαίνεται επίσης αναγκαία, για να εξασφαλίζεται ότι οι καιρικές συνθήκες δεν χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για την καταβολή λειτουργικών ενισχύσεων. Για να έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα να αξιολογεί παρόμοια καθεστώτα ενισχύσεων, οι κοινοποιήσεις μέτρων ενίσχυσης για την αντιστάθμιση ζημιών που προκαλούνται από δυσμενείς καιρικές συνθήκες πρέπει να περιλαμβάνουν μεταξύ των δικαιολογητικών τα κατάλληλα μετεωρολογικά στοιχεία. 11.3.2. Όταν η ζημία επέρχεται σε ετήσιες καλλιέργειες, το σχετικό κατώτατο όριο απωλειών, ήτοι 20 % ή 30 %, πρέπει να καθορίζεται με βάση τη μεικτή παραγωγή της συγκεκριμένης καλλιέργειας κατά το εν λόγω έτος σε σύγκριση με τη μεικτή ετήσια παραγωγή ενός φυσιολογικού έτους. Καταρχήν, η μεικτή παραγωγή ενός φυσιολογικού έτους πρέπει να υπολογίζεται με αναφορά στη μέση μεικτή παραγωγή των προηγούμενων τριών ετών, αποκλειομένου κάθε έτους για το οποίο ήταν καταβλητέα αποζημίωση συνεπεία άλλων δυσμενών καιρικών συνθηκών. Η Επιτροπή, εντούτοις, θα δέχεται εναλλακτικές μεθόδους υπολογισμού της κανονικής παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών τιμών αναφοράς, εφόσον κρίνει ότι οι τιμές αυτές είναι αντιπροσωπευτικές και δεν βασίζονται σε αφύσικα υψηλές αποδόσεις. Αφού καθορισθεί το μέγεθος των απωλειών παραγωγής, πρέπει να υπολογίζεται το ποσό της καταβλητέας ενίσχυσης. Για να αποφεύγεται η υπεραντιστάθμιση, το ποσό της καταβλητέας ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέσο επίπεδο παραγωγής κατά τη φυσιολογική περίοδο, πολλαπλασιαζόμενο επί την μέση τιμή κατά την ίδια περίοδο μείον την πραγματική παραγωγή του έτους επέλευσης του γεγονότος, πολλαπλασιαζόμενη επί τη μέση τιμή για το έτος αυτό. Το ποσό της ενίσχυσης θα πρέπει επίσης να μειώνεται κατά το ποσό των όποιων καταβολών απευθείας ενισχύσεων. 11.3.3. Κατά γενικό κανόνα ο υπολογισμός των απωλειών πρέπει να γίνεται σε επίπεδο μεμονωμένης εκμετάλλευσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν η ενίσχυση καταβάλλεται για την αντιστάθμιση ζημιών που προκλήθηκαν από γεγονότα τοπικής εμβέλειας. Εντούτοις, στην περίπτωση που οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες έπληξαν μια ευρύτερη περιοχή με τον ίδιο τρόπο, η Επιτροπή θα δέχεται να βασίζονται οι καταβολές της ενίσχυσης στις μέσες απώλειες, υπό τον όρο ότι αυτές είναι αντιπροσωπευτικές και δεν θα οδηγούν σε σημαντική υπεραποζημίωση των δικαιούχων. 11.3.4. … 11.4. ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΖΩΙΚΩΝ ΚΑΙ ΦΥΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ 11.4.1. Στις περιπτώσεις που ένας γεωργός έχει απώλειες ζωικού κεφαλαίου συνεπεία ζωικής ασθένειας ή οι καλλιέργειές του προσβάλλονται από φυτική ασθένεια, αυτό συνήθως δεν αποτελεί θεομηνία ή έκτακτο γεγονός κατά την έννοια της συνθήκης. Στις περιπτώσεις αυτές, ενισχύσεις για την αποζημίωση των απωλειών και ενισχύσεις για την πρόληψη μελλοντικών απωλειών μπορούν να επιτραπούν από την Επιτροπή μόνο βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, το οποίο προβλέπει ότι οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων δραστηριοτήτων μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. 11.4.2. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι η καταβολή ενισχύσεων σε γεωργούς για την αποζημίωση απωλειών που προκύπτουν από ζωικές ή φυτικές ασθένειες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο στο πλαίσιο του κατάλληλου προγράμματος σε κοινοτικό, εθνικό η περιφερειακό επίπεδο, για την πρόληψη, τον έλεγχο ή την εξάλειψη της σχετικής ασθένειας. Οι ενισχύσεις, οι οποίες απλώς αποζημιώνουν τους γεωργούς για τις απώλειες που υπέστησαν, χωρίς να λαμβάνονται μέτρα για τη θεραπεία του προβλήματος στην πηγή του, πρέπει να θεωρούνται καθαρές ενισχύσεις λειτουργίας, οι οποίες δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Επομένως, η Επιτροπή θα απαιτεί να υπάρχουν κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις, προβλεπόμενες είτε από νόμο, κανονισμό είτε από διοικητική πράξη, που να επιβάλλουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αντιμετωπίσουν την εν λόγω ασθένεια, είτε μέσω της οργάνωσης μέτρων για την εξάλειψή της, ιδίως μέσω δεσμευτικών μέτρων που προβλέπουν αποζημίωση, είτε αρχικά μέσω της δημιουργίας ενός συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, σε συνδυασμό, εάν χρειάζεται, με ενισχύσεις, ώστε να ενθαρρύνονται οι μεμονωμένοι γεωργοί να συμμετέχουν στα προληπτικά μέτρα σε εθελοντική βάση. [Υποσημείωση υπ’ αριθμ. 25: Στις περιπτώσεις που ζωικές ή φυτικές ασθένειες αποδειγμένα προκαλούνται από δυσμενείς καιρικές συνθήκες, η Επιτροπή θα αξιολογεί το μέτρο ενίσχυσης σύμφωνα με το ανωτέρω σημείο 11.3 και δεν θα εφαρμόζονται οι απαιτήσεις αυτές.] Επομένως, μόνον οι ασθένειες που αποτελούν θέμα ανησυχίας των δημοσίων αρχών και όχι τα μέτρα για τα οποία οι γεωργοί πρέπει λογικά να αναλάβουν οι ίδιοι την ευθύνη, επιτρέπεται να είναι αντικείμενο μέτρων ενίσχυσης. 11.4.3. Οι στόχοι των μέτρων ενίσχυσης πρέπει να είναι είτε: – προληπτικοί … – αντισταθμιστικοί … ή – συνδυασμένοι … 11.4.4. Στην κοινοποίηση, το κράτος μέλος πρέπει να αποδεικνύει ότι οι ενισχύσεις για την καταπολέμηση ζωικών και φυτικών ασθενειών συμβιβάζονται τόσο με τους στόχους όσο και με τις ειδικές διατάξεις που προβλέπονται στην κοινοτική κτηνιατρική και φυτοϋγειονομική νομοθεσία. Οι σχετικές ζωικές ή φυτικές ασθένειες πρέπει να αναφέρονται σαφώς, με παράλληλη περιγραφή των σχετικών μέτρων. 11.4.5. … 11.5. … 12. … 23. …».
- Επειδή, από τις πιο πάνω διατάξεις, συνάγεται ότι η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα ελέγχου των καθεστώτων ενισχύσεων προς επιχειρήσεις, τις οποίες (ενισχύσεις) διατηρούν ή εισάγουν τα κράτη-μέλη, ως προς τη συμβατότητα με την κοινή αγορά. Τα κράτη, δε, υποχρεούνται αφενός να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα σχέδια ενισχύσεων και αφετέρου να μην εφαρμόζουν τα σχεδιαζόμενα μέτρα κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας ελέγχου (πρβλ. ΔΕΕ C-393/2008, C-94/2004, C-250/2003, C-35/1999 κ.α).
- Επειδή, ακόμη, στο άρθρο 1 του Ν.Δ. 131 της 31.10/5.11.1974 «Περί παροχής οικονομικών ενισχύσεων εις την γεωργικήν, κτηνοτροφικήν, δασικήν και αλιευτικήνπαραγωγήν» (Α΄ 320) ορίζεται ότι: «1. Προς τον σκοπόνταχυτέρας προωθήσεως της εν γένει γεωργικής αναπτύξεως της Χώρας και προαγωγής της γεωργικής, κτηνοτροφικής, δασικής και αλιευτικής παραγωγής επιτρέπεται, μετ’ απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου ή ετέρου υπ’ αυτού εξουσιοδοτημένου οργάνου η άμεσος ή έμμεσος χορήγησις οικονομικών ενισχύσεων εις τους παραγωγικούς τούτους κλάδους, προτάσει των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας και των τυχόν κατά περίπτωσιν συναρμοδίων Υπουργών. 2. … 3. Δι’ αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή ετέρου υπ’ αυτού εξουσιοδοτουμένου οργάνου καθορίζονται: α. Τα ενισχυόμενα προϊόντα ή καλλιέργεια ή έτεραι γεωργικαί, κτηνοτροφικαί, δασικαί ή αλιευτικαί δραστηριότητες. β. Το ποσόν ή ποσοστόν της ενισχύσεως κατά μονάδα ως και η συνολικώς διατιθεμένη πίστωσις. γ. Αι προϋποθέσεις, οι περιορισμοί χορηγήσεως και οι δικαιούχοι των οικονομικών ενισχύσεων. Το ΥπουργικόνΣυμβούλιον (ή έτερον υπ’ αυτού εξουσιοδοτούμενονόργανον) δύναται να εξουσιοδοτήση σχετικώς τον Υπουργόν Γεωργίας, δια τας περιπτώσεις της παρούσης παραγράφου. 4. Δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας (ήδη δε, κατ’ άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 1409/1983, με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας) καθορίζονται: α) Αι λεπτομέρειαι παροχής και δικαιολογήσεως των οικονομικών ενισχύσεων και των προκαλουμένων δαπανών. β) … 5. … 7. …» και στο άρθρο 3 του ν.1409/1983 «Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του Ν.Δ. 131/1974… και άλλες διατάξεις» (Α΄ 199) ότι: «Με τη διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.Δ 131/1974 επιτρέπεται η άμεση ή έμμεση χορήγηση οικονομικών ενισχύσεων για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται στη γεωργία γενικά από γεγονότα ανώτερης βίας ή άλλα έκτακτα περιστατικά που δεν καλύπτονται ασφαλιστικά από τον Ο.Γ.Α. …», στο δε άρθρο 39 του ν. 2065/1992 «Αναμόρφωση της άμεσης φορολογίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 113) ορίζεται ότι : «1. … 2. … 10. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας εγκρίνονται οικονομικές ενισχύσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό, που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 131/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν. 1409/1983, στον αγροτικό τομέα για την ανάπτυξη γενικά της αγροτικής οικονομίας της Χώρας». Τέλος, κατ΄επίκληση του παραπάνω 131/74 Ν.Δ. εκδόθηκαν οι 467/20-2-2002, 468/240070/1584/20-2-2002 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών «Οικονομική ενίσχυση αγροτών που γεωργική παραγωγή τους ζημιώθηκε από εχθρούς και ασθένειες των φυτών που προκλήθηκαν από δυσμενείς καιρικές συνθήκες το έτος 2000» και η 862/θ/12-3-2002 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας «Καθορισμός λεπτομερειών και παροχή διευκρινίσεων για την εφαρμογή της αριθμ. 467/02 κοινής απόφασης των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών». Με τις αποφάσεις αυτές οι παραγωγοί γλυκού καλαμποκιού του Νομού Λάρισας δεν εντάχθηκαν σε πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης. Ορίστηκαν, δε, ως δικαιούχοι όσοι είχαν ποσοστό ζημίας 30% και άνω επί της παραγωγής και ανώτατο ποσό ενίσχυσης μέχρι 4.000.000 δραχμές (11.738,81 ευρώ) ανά δικαιούχο και ανά είδος καλλιέργειας.
- Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την 401/29-8-2000 αίτησή του στο Γραφείο Γεωργικής Ανάπτυξης Φαρσάλων, ο πρώτος ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ζήτησε τη διενέργεια αυτοψίας σε 54 στρέμματα που καλλιεργούσε στην τοποθεσία Μαυρόϊες και σε 23 στρέμματα που καλλιεργούσε στην τοποθεσία Γιούρτια, κτηματικής περιφέρειας Δήμου Πολυδάμαντα, προκειμένου να εξακριβωθεί ότι καλλιεργημένα στρέμματα γλυκού καλαμποκιού έχουν υποστεί ζημία από την ασθένεια του άνθρακα και να αποζημιωθεί από την Δ/νση Πολιτικής Σχεδίασης Έκτακτων Αναγκών (ΠΣΕΑ) του Υπουργείου Γεωργίας (ΠΣΕΑ). Ακολούθως, με το 11152/4-10-2000 έγγραφο του Διευθυντή Αγροτικής Ανάπτυξης της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Ν.Α Λάρισας, γνωστοποιήθηκε στην προαναφερόμενη Δ/νση ΠΣΕΑ ότι στην περιοχή Νεραϊδα Φαρσάλων καλλιεργούνται 244 στρέμματα κηπευτικό καλαμπόκι (γλυκό καλαμπόκι) από 3 παραγωγούς, οι οποίοι διαθέτουν και εγκαταστάσεις συντήρησης-συσκευασίας-τυποποίησης του προϊόντος με εξαγωγική κατεύθυνση. Η καλλιέργεια αυτή ζημιώθηκε από τον καύσωνα του καλοκαιριού (2000) στην παραγωγή και η ζημία αυτή καλύπτεται από τον Ε.Λ.Γ.Α. Επίσης, οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού συνέβαλαν στο να ζημιωθεί η καλλιέργεια και από την ασθένεια «άνθρακας του καλαμποκιού» σε ποσοστό 20-40%. Το ίδιο πιο πάνω όργανο, με το 14487/12-12-2000 έγγραφό του, ενημέρωσε την παραπάνω Υπηρεσία ότι: α) σύμφωνα με τα μετεωρολογικά στοιχεία ΕΜΥ, το μήνα Ιούλιο, περίοδο κατά την οποία το καλαμπόκι βρισκόταν στο στάδιο της άνθισης και καρπόδεσης, επικράτησαν υψηλές θερμοκρασίες που τις περισσότερες ημέρες κυμαίνονταν από 27 μέχρι 44 βαθμούς και β) σύμφωνα με τον καθηγητή Παθοφυσιολογίας του ΑΠΘ, Δ. Ζάχο, η άριστη θερμοκρασία βλάστησης κυμαίνεται μεταξύ 26 και 34 βαθμών, η ασθένεια δε αυτή ευνοείται από συνθήκες θερμού καιρού. Επακολούθησε το 127/θ/5-2-2001 υπηρεσιακό σημείωμα του Διευθυντή της Δ/νσης ΠΣΕΑ, ………………………….., προς τον Υπουργό Γεωργίας, με το οποίο τον ενημέρωνε, μεταξύ άλλων, για το επίμαχο συμβάν (ασθένεια του άνθρακα σε σοδειές γλυκού καλαμποκιού στο Νομό Λάρισας). Επί του εν λόγω υπηρεσιακού σημειώματος υπάρχει επισημειωμένη χειρόγραφη εντολή του Υπουργού, με ημερομηνία 13-3-2001, να εκδηλωθούν ενέργειες για την αποζημίωση των προαναφερόμενων παραγωγών. Κατόπιν αυτών, ο Διευθυντής της παραπάνω Δ/νσης ΠΣΕΑ, με το 2163/πε/Θ6/β/20-7-2001 έγγραφό του προς τη Ν.Α. Λάρισας, ανέφερε ότι: «[…] η αναφερόμενη περίπτωση δεν ήταν δυνατόν να ενταχθεί στο πρόγραμμα που αναφέρεται στην ενίσχυση των παραγωγών που οι καλλιέργειές τους ζημιώθηκαν από δυσμενείς καιρικές συνθήκες, που έχει υποβληθεί στην Ε.Ε. για έγκριση διότι: α) η ζημία αφορά μεμονωμένη περίπτωση και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως θεομηνία, β) ζημιές σε καλλιέργειες από ασθένειες μπορεί να εξεταστούν από την Ε.Ε. στο πλαίσιο του κατάλληλου προγράμματος σε κοινοτικό, εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο για την πρόληψη, τον έλεγχο ή την εξάλειψη της σχετικής ασθένειας. Οι ενισχύσεις οι οποίες απλώς αποζημιώνουν τους γεωργούς για τις απώλειες που υπέστησαν χωρίς να λαμβάνονται μέτρα για την θεραπεία του προβλήματος στην πηγή του πρέπει να θεωρούνται καθαρές ενισχύσεις λειτουργίας οι οποίες δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Επίσης θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Υπουργείο Γεωργίας γενικά δεν ενεργεί ως ασφαλιστικός οργανισμός υποβάλλοντας στην Ε.Ε. προγράμματα για όλες τις ζημίες που προκαλούνται στη γεωργία αλλά μόνο για αυτές που είναι σοβαρές και κλονίζουν την οικονομία σημαντικού αριθμού παραγωγών». Ακολούθησε η 154/θ6/β/17-4-2001 πρόσκληση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας προς τη Ν.Α. Λάρισας να προβεί σε εξατομίκευση των ζημιών που προκλήθηκαν από έλλειψη αρδευτικού νερού, λόγω παρατεταμένης ανομβρίας και υψηλές θερμοκρασίες κατά το καλοκαίρι, στην παραγωγή πατάτας, φασολιών, μηδικής, αραβόσιτου, βιομ. τομάτας. Για την εξατομίκευση αυτή οι παραγωγοί θα υπέβαλαν υπεύθυνες δηλώσεις με αναγραφή, μεταξύ άλλων, του αριθμού στρεμμάτων που ζημιώθηκε η παραγωγή κατ’ είδος, το ποσοστό ζημίας καθώς και το συνολικό αριθμό των κατεχόμενων στρεμμάτων. Την παραγωγή του έτους ζημίας θα εκτιμήσουν οι Επιτροπές εξατομίκευσης, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη επίσημα σχετικά ατομικά στοιχεία παραγωγής που υπάρχουν στην Υπηρεσία ή μπορούν να ζητηθούν από άλλες Υπηρεσίες ή τα στατιστικά στοιχεία. Περαιτέρω, η 1696/θ6/β/21-8-2001 αίτηση-αναφορά – μεταξύ άλλων και – του πρώτου εφεσίβλητου για αποζημίωση της σοδειάς καλαμποκιού λόγω εμφάνισης της ασθένειας του άνθρακα το καλοκαίρι του 2000 απορρίφθηκε με το 1696/Θ6/Β/27-8-2001 έγγραφο του Διευθυντή της Δ/νσης ΠΣΕΑ του Υπουργείου Γεωργίας, στο οποίο αναφέρεται ότι: «[…] ζημία που προκαλείται από δυσμενείς καιρικές συνθήκες ή άλλα έκτακτα γεγονότα και αφορά μεμονωμένες εκμεταλλεύσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί θεομηνία και κατά συνέπεια το Υπουργείο Γεωργίας αδυνατεί να υποβάλλει στην Ε.Ε. σχετικό πρόγραμμα για έγκριση, στο οποίο να προβλέπεται η χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης στους ζημιωθέντες. […]». Μετά τα παραπάνω, με το 1406/18-2-2002 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Ν.Σ.Κ. για γνωμοδότηση και με το 1296/θ6/β/14-5-2002 έγγραφο του ίδιου οργάνου απευθύνθηκε ερώτημα για το εάν η Υπηρεσία ενήργησε σύννομα ως προς τη μη ένταξη των συγκεκριμένων παραγωγών στο σχετικό πρόγραμμα ενίσχυσης. Στην 882/2002/12-7-2002 γνωμοδότηση του Συμβούλου του Ν.Σ.Κ., ……………………………………., αναφέρονται τα εξής: «[…] βάσει των αρχών της χρηστής διοίκησης αλλά και της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου, δεν είναι σύννομη η μη ένταξη των τριών παραγωγών γλυκού καλαμποκιού – των οποίων οι σχετικές καλλιέργειες στη Νεράιδα Φαρσάλων υπέστησαν ζημίες σε ποσοστό 20-40%, το καλοκαίρι του έτους 2000, εξαιτίας της ασθένειας «άνθρακας του καλαμποκιού», η οποία σύμφωνα με τα επιστημονικά στοιχεία τα οποία μας απεστάλησαν, ευνοήθηκε από τις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού 2000 ώστε η επισυμβάσα ζημία τους να μπορεί αν θεωρηθεί ότι οφείλεται σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες – στο πρόγραμμα ενίσχυσης ζημιωθέντων παραγωγών του 2000. Κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να προβλεφθεί η εξατομίκευση των ζημιών που υπέστησαν οι εν λόγω παραγωγοί από την αρμόδια Δ/νση Γεωργίας Αγροτικής Ανάπτυξης, να ενταχθούν αυτοί, εφόσον θα κρινόντουσαν δικαιούχοι, στο σχετικό πρόγραμμα που υποβλήθηκε για έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να εγκριθεί και σ’ αυτούς […] η καταβολή ενίσχυσης. […] Τέλος, οι επικαλούμενοι από την Υπηρεσία σας λόγοι μη ένταξης των εν λόγω παραγωγών στο σχετικό πρόγραμμα ενίσχυσης των ζημιωθέντων παραγωγών έτους 2000 δεν βρίσκει κατά την γνώμη μου έρεισμα ούτε στο ν.δ 131/74, όπως τροποποιήθηκε με το ν.1409/83, ούτε στις σχετικές κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κοινοτικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (2000 C 28/02)». Επακολούθησε, κατόπιν σχετικών ερωτημάτων της Δ/νσης ΠΣΕΑ, η 94/18-3-2003 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ. (Δ΄ Τμήμα), στην οποία αναφέρεται ότι: «[…] ΙΙΙ. 3. Επισημαίνεται ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι είχαν ληφθεί μέτρα στο νομό Λάρισας από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας για την καταπολέμηση της ασθένειας «άνθρακας του καλαμποκιού», για την καλλιεργητική περίοδο από το καλοκαίρι έως το Φθινόπωρο του 2000, παρά το γεγονός ότι η άριστη θερμοκρασία για την ανάπτυξη της εν λόγω ασθένειας κυμαίνεται, όπως προαναφέρθηκε μεταξύ 26 και 34 βαθμών , είναι δε γνωστό ότι στο νομό Λάρισας παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού θερμοκρασίες υψηλότερες των παραπάνω ορίων. 4. Με τα υπ’ αριθ. 2553/06/β/21-12-2000 και 154/06/β/17-4-2001 έγγραφα της Δ/νσης ΠΣΕΑ προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λάρισας ζητήθηκε η εξατομίκευση των ζημιών που προκλήθηκαν στη γεωργία από δυσμενείς καιρικές συνθήκες κατά το καλοκαίρι και το Φθινόπωρο του 2000 στην παραγωγή δένδρων καστανιάς, βάμβακος, ζαχαρότευτλων, αρδευόμενων δένδρων ελιάς, πατάτας, φασολιών, μηδικής, αραβοσίτου, βιομηχανικής τομάτας καθώς και των ζημιών που προκλήθηκαν σε θερμοκήπια, γεωργοκτηνοτροφικά κτίσματα και αποθηκευμένες ζωοτροφές, όχι όμως και στην παραγωγή γλυκού καλαμποκιού, έγινε δε γνωστό στην εν λόγω Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, με το υπ’ αριθ. 2163πε/θ6/β/20-7-2001 έγγραφο της ως άνω Διεύθυνσης, ότι δεν ήταν δυνατόν η περίπτωση των τριών παραγωγών, που υπέστησαν ζημία από τον «άνθρακα του καλαμποκιού», εξαιτίας των πολύ υψηλών θερμοκρασιών κατά το μήνα Ιούλιο του 2000, στην καλλιέργεια του εν λόγω καλαμποκιού σε έκταση 244 στρεμμάτων, να εξατομικευθεί και να ενταχθεί στο συγκεκριμένο πρόγραμμα για την ενίσχυση των πληγέντων παραγωγών του νομού Λάρισας για το έτος 2000, που επρόκειτο να αποσταλεί για έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επειδή: α) η ζημία αφορούσε μεμονωμένη περίπτωση και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως θεομηνία, β) ζημιές σε καλλιέργειες από ασθένειες μπορεί να εξετασθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του κατάλληλου προγράμματος σε κοινοτικό, εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο για την πρόληψη, τον έλεγχο ή την εξάλειψη της σχετικής ασθένειας, γ) οι ενισχύσεις, οι οποίες απλώς αποζημιώνουν τους γεωργούς για τις απώλειες που υπέστησαν, χωρίς να λαμβάνονται μέτρα για την θεραπεία του προβλήματος στην πηγή του, πρέπει να θεωρούνται καθαρές ενισχύσεις λειτουργίας, οι οποίες δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά […] 5. Ακολούθως γνωστοποιήθηκε στους ενδιαφερόμενους πληγέντες παραγωγούς […] ότι δεν κρίνεται σκόπιμη η υποβολή προγράμματος ενίσχυσής τους στην Ε.Ε. για τη ζημία που υπέστησαν στην καλλιέργεια του γλυκού καλαμποκιού τους, διότι, μεταξύ άλλων, αυτή αφορούσε μικρό αριθμό μεμονωμένων παραγωγών και εκμεταλλεύσεων και περαιτέρω ότι η ζημία δεν οφειλόταν σε έλλειψη νερού λόγω παρατεταμένης ανομβρίας και ότι το ποσοστό ζημίας (20-40%) δεν ήταν μεγάλο. 6 […] 7. Με βάση, όμως, τα παραπάνω δεδομένα, παρατηρείται ότι οι επικαλούμενοι από την ερωτώσα Υπηρεσία λόγοι, όπως οι τελευταίοι προαναφέρθηκαν, μη ένταξης των εν λόγω παραγωγών στο σχετικό πρόγραμμα ενίσχυσης των ζημιωθέντων παραγωγών έτους 2000 δεν βρίσκουν έρεισμα ούτε στο ν.δ. 131/74 […] ούτε στις σχετικές κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (2000/c29/02), αφού, η επισυμβάσα ζημία τους, ναι μεν οφείλεται σε ασθένεια-η εμφάνιση της οποίας θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται, λόγω των συνήθων θερμοκρασιών που επικρατούν στο νομό Λάρισας κατά τις καλοκαιρινές περιόδους, αλλά για την καταπολέμηση της οποίας κανένα μέτρο δεν είχε ληφθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες-πλην, όμως, η ανάπτυξη και η εξέλιξη ευνοήθηκε έμμεσα και από τις υψηλότερες των συνήθων, θερμοκρασίες, που επικράτησαν από το καλοκαίρι έως το Φθινόπωρο του 2000 στον εν λόγω νομό ώστε η εν λόγω ζημία να μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι, βάσει των αρχών της χρηστής διοίκησης, της συνταγματικής επιταγής του άρθ. 4 του Συντάγματος περί ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου, αλλά και βάσει των αρχών που έχει διαμορφώσει η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως της ασφάλειας δικαίου, της επιείκειας, της αρχής της ισότητας των διοικουμένων ενώπιον μιας οικονομικής ρύθμισης κ.α. δεν δικαιολογείται η μη ένταξη των τριών παραγωγών γλυκού καλαμποκιού, στο πρόγραμμα ενίσχυσης ζημιωθέντων παραγωγών 2000. Προς τούτο έπρεπε να είχε προβλεφθεί η εξατομίκευση των ζημιών που υπέστησαν οι εν λόγω παραγωγοί, από την αρμόδια Δ/νση Γεωργίας Αγροτικής Ανάπτυξης, να είχαν ενταχθεί αυτοί, εφόσον θα κρίνονταν ως δικαιούχοι, στο σχετικό πρόγραμμα που υποβλήθηκε για έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να είχε εγκριθεί σ’ αυτούς, εφόσον θα πληρούσαν τους ίδιους ακριβώς όρους και προϋποθέσεις, βάσει των οποίων εγκρίθηκε η καταβολή τέτοιων ενισχύσεων σε άλλους ζημιωθέντες αγρότες, η καταβολή της αναλογούσας ενίσχυσης […]». Εν συνεχεία, η Δ/νση ΠΣΕΑ, με το Θ6/β/17-4-2003 υπηρεσιακό σημείωμα προς τον Υπουργό Γεωργίας, ανέφερε σχετικά με τις ένδικες ζημίες από την ασθένεια άνθρακας ότι: «[…] επειδή αφενός μεν αφορούσαν μεμονωμένους παραγωγούς και το ποσοστό ζημίας δεν ήταν μεγάλο, αφετέρου οι ασθένειες που η ανάπτυξή τους ευνοείται από δυσμενείς καιρικές συνθήκες εξετάζονται με μεγάλη αυστηρότητα από την Ε.Ε. και συνήθως επέρχεται μεγάλη καθυστέρηση στην έγκριση, δεν προτάθηκαν από την υπηρεσία για την ένταξή τους στο σχετικό πρόγραμμα που υποβλήθηκε στην Ε.Ε. […]». Ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, με την από 30-4-2003 χειρόγραφη σημείωσή του επί της προαναφερόμενης 94/18-3-2003 γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ., παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Ν.Σ.Κ. ενώ η Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης Λάρισας, με το 7060/12-6-2003 έγγραφό της, πληροφόρησε ότι: α) σε διπλανή κοινότητα (Ερέρτεια), με την κοινότητα όπου είχαν τις καλλιέργειες τους οι ενδιαφερόμενοι, ο κ. ………………………………………… καλλιεργούσε 32 στρέμματα γλυκό καλαμπόκι χωρίς να αναφέρει ζημιές, β) δεν αναφέρθηκαν ζημίες από άνθρακα σε καλλιέργειες συμβατικού καλαμποκιού στην περιοχή των Φαρσάλων και γ) οι καλλιέργειες των ενδιαφερομένων είχαν προσβληθεί από σκουλήκι. Κατόπιν αυτών, το Ν.Σ.Κ., με την 244/20-6-2003 γνωμοδότηση της Ολομέλειας, αποφάνθηκε ότι: «[…] ΙΙΙ. 2. α. […] β) ναι μεν οι περί ων ο λόγος ζημιές αναφέρεται ότι κυμαίνονται από 20-40% είναι δηλ. οριακές κατά μέσο όρο, πλην όμως ο μέσος όρος αυτών είναι 30% δηλ. ανέρχονται στο ποσοστό που θέτει η προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 468/240070/1584/20-2-2002 ΚΥΑ και οι προαναφερθείσες κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές. Περαιτέρω η εκτίμηση των εν λόγω ποσοστών είναι μια αόριστη και ίσως αυθαίρετη, εκτίμηση της Υπηρεσίας, αφού δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένοι λόγοι της, και όχι αποτέλεσμα εξατομίκευσης των συγκεκριμένων ζημιών των εν λόγω παραγωγών από τις αρμόδιες επιτροπές και σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Το γεγονός δε ότι έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την περίοδο των ζημιών, ότι δεν έχει γίνει έγκαιρα εξατομίκευση αυτών, με αποτέλεσμα να είναι σήμερα πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί από την Διοίκηση η καλλιεργούμενη έκταση και το ακριβές ποσοστό της ζημίας, αποτελούν λόγους οφειλόμενους σε υπαιτιότητα της Διοίκησης, η οποία δεν μπορεί να τους επικαλείται ως λόγους απαλλαγής της από τις νόμιμες υποχρεώσεις της. Όσο δε αφορά τον ισχυρισμό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν εγκρίνει προτάσεις για ενισχύσεις, οι οποίες υποβάλλονται πέραν της τριετίας από την επέλευση του γεγονότος, σημειώνεται ότι δεν είχε παρέλθει τριετία όταν υποβλήθηκε αρχικά το υπό κρίση ερώτημα, ούτε έχει, μέχρι σήμερα, παρέλθει ακόμη τριετία. […] 4. Για όλους τους παραπάνω λόγους πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, να γίνει δεκτό ότι, βάσει των αρχών της χρηστής Διοίκησης, της συνταγματικής επιταγής του άρθ. 4 του Συντάγματος περί ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου, αλλά και βάσει των αρχών που έχει διαμορφώσει η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως της ασφάλειας δικαίου, της επιείκειας, της αρχής της ισότητας των διοικούμενων ενώπιον μιας οικονομικής ρύθμισης, κ.α., δεν δικαιολογείται η μη ένταξη των τριών παραγωγών γλυκού καλαμποκιού, στο πρόγραμμα ενίσχυσης ζημιωθέντων παραγωγών 2000. Προς τούτο έπρεπε να είχε προβλεφθεί η εξατομίκευση των ζημιών, που υπέστησαν οι εν λόγω παραγωγοί, από την αρμόδια Δ/νση Γεωργίας Αγροτικής Ανάπτυξης, και μάλιστα από τις αρμόδιες επιτροπές και σύμφωνα με τις ισχύουσες διαδικασίες, να είχαν ενταχθεί αυτοί, εφόσον θα κρίνονταν ως δικαιούχοι, στο σχετικό πρόγραμμα που υποβλήθηκε για έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ως προς αυτούς – εφόσον θα πληρούσαν τους ίδιους ακριβώς όρους και προϋποθέσεις, βάσει των οποίων εγκρίθηκε η καταβολή τέτοιων ενισχύσεων σε άλλους ζημιωθέντες αγρότες του νομού Λάρισας, η καταβολή της αναλογούσας ενίσχυσης. Κατ’ ακολουθία προς τα προαναλυθέντα, στο υποβληθέν ερώτημα, προσήκει κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, η απάντηση ότι δεν υπήρξε σύννομη η μη ένταξη των τριών συγκεκριμένων παραγωγών στο προαναφερθέν πρόγραμμα, το οποίο υποβλήθηκε για έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. […]». Ακολούθως, το Ειδικό Γραφείο Κοινοτικού Δικαίου στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με το Ε.6/19-4-2004 έγγραφό του, ανέφερε ότι ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν κωλύεται να εγκρίνει την παραπάνω γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ., η οποία παραμένει ουσιαστικά και τυπικά εκκρεμής. Κατόπιν αυτού, με το 727/Θ/14-9-2004 έγγραφο του Διευθυντή της Δ/νσης ΠΣΕΑ του πιο πάνω Υπουργείου, διαβιβάστηκε στην Ε.Ε. η υπόθεση με τα σχετικά στοιχεία και με σχέδιο υπουργικής απόφασης για χορήγηση ενισχύσεων των παραγωγών γλυκού καλαμποκιού κατά την επίμαχη περίοδο προκειμένου να προωθηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς έγκριση. Η Επιτροπή, με το AGR28253/5-11-04 έγγραφό της, ανέφερε τα εξής: «[…] Οι υπηρεσίες της Επιτροπής επιθυμούν να επιστήσουν την προσοχή των ελληνικών αρχών στα ακόλουθα σημεία: α) δεδομένου ότι η εμφάνιση της ασθένειας έχει συνδεθεί με τις υψηλές θερμοκρασίες που σημειώθηκαν το 2000, η προβλεπόμενη από την υπόψη κοινή υπουργική απόφαση αποζημίωση πρέπει να υπολογιστεί με βάση το σημείο 11.3 των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας […] και ως γενεσιουργό αίτιο της ζημίας θεωρείται, επομένως, το εν λόγω καιρικό συμβάν β) στο σημείο 11.1.2. των κατευθυντήριων γραμμών αναφέρεται ρητά ότι η Επιτροπή δεν εγκρίνει προτάσεις για ενισχύσεις, οι οποίες υποβάλλονται μετά την πάροδο τριετίας από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, εκτός αν υπάρχει ειδική αιτιολογία που βασίζεται, επί παραδείγματι, στη φύση και στην έκταση του γεγονότος ή στις καθυστερημένες ή συνεχιζόμενες συνέπειες των ζημιών γ) στη συγκεκριμένη περίπτωση, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της κοινοποίησης υπερβαίνει την τριετία και, σύμφωνα με τη διαθέσιμη τεκμηρίωση, η καθυστέρηση δεν φαίνεται να οφείλεται στη φύση ή στις συνέπειες του γεγονότος αλλά στο ότι οι ελληνικές αρχές όχι μόνο δεν συνυπολόγισαν τις οφειλόμενες στον άνθρακα ζημίες του νομού Λάρισας όταν υπέβαλαν το καθεστώς ενισχύσεων για τις ζημίες που προέκυψαν εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών το 2000 (καθεστώς το οποίο ενέκρινε η Επιτροπή) αλλά και χρονοτρίβησαν στον καθορισμό του τρόπου αποζημίωσης των προαναφερόμενων παραγωγών δ) στο πλαίσιο αυτό, μια ενίσχυση που προορίζεται για την αντιστάθμιση ζημιών οι οποίες χρονολογούνται από τριετίας και πλέον είναι πολύ πιθανόν να συνιστά ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά ενίσχυση λειτουργίας ε) λαμβανομένου υπόψη του προβλεπόμενου προϋπολογισμού (50.000 ευρώ προς κατανομή μεταξύ του προαναφερθέντος αριθμού δικαιούχων), η ενίσχυση δεν θα ήταν δυνατόν να ενταχθεί ούτε στο πλαίσιο του κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης Ε.Κ. στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας, ο οποίος εκδόθηκε πρόσφατα. […]». Μετά τα παραπάνω ο εφεσίβλητος, από κοινού με δύο ακόμη παραγωγούς (Ιωάννη Αλεξίου και Χρήστο Αλεξίου), υπέβαλε την 790/5-1-2005 αίτηση εξώδικης επίλυσης της διαφοράς στο Ν.Σ.Κ. Με την εν λόγω αίτηση ισχυρίστηκαν ότι η Δ/νση ΠΣΕΑ του Υπουργείου Γεωργίας εκτίμησε αυθαίρετα και αόριστα τις ζημιές τους σε ποσοστό 20-40% διότι δεν χώρησε εξατομίκευση ανά παραγωγό και αγροτεμάχιο. Παρέθεσαν, δε, περιπτώσεις οικονομικής ενίσχυσης παραγωγών για ζημίες που υπέστησαν λόγω καιρικών συνθηκών και επικαλούνται στοιχεία για την ενίσχυση 6 μεμονωμένων παραγωγών αχλαδιών στο νομό Εύβοιας στις 26-2-2003. Ακόμη, ανέφεραν ότι, λόγω της ολιγωρίας των οργάνων του ήδη εφεσιβλήτου, δεν στάλθηκαν έγκαιρα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα στοιχεία της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να παρέλθει τριετία από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και να καθίσταται ανέφικτη η έγκριση. Κατόπιν αυτών, ζήτησαν αποκατάσταση της ζημίας τους, η οποία ισούται με την αξία της απωλεσθείσας παραγωγής σε τρία επιμέρους προϊόντα: α) τον σπάδικα που υπέστη προσβολή από άνθρακα λόγω καύσωνα, β) τα βράκτια που μολύνθηκαν από τη σκόνη του άνθρακα και ήταν ακατάλληλα για κατανάλωση και γ) το ενσίρωμα που επίσης μολύνθηκε από τη σκόνη. Η μέση, δε, παραγωγή σε σπάδικες ανέρχεται σε 5.000 τεμάχια ανά στρέμμα με τιμή πώλησης 80 δρχ. το τεμάχιο. Δεδομένου ότι το καλοκαίρι του 2000 ο εφεσίβλητος, όπως ισχυρίστηκε, είχε καλλιεργήσει 77 στρέμματα, άρα είχε αναμενόμενη παραγωγή 385.000 σπάδικες (5.000 Χ 77), από την οποία συνέλεξε 40.000 σπάδικες και απόζημιώθηκε από τον ΕΛΓΑ λόγω καύσωνα για 97.088 σπάδικες, με αποτέλεσμα η ζημία του να αφορά 247.912 σπάδικες Χ 80 δρχ./σπάδικα = 19.832.960 δρχ. Ακολούθως, η αναμενόμενη παραγωγή σε βράκτια (τρίχες) είναι 6.000 σπάδικες/στρέμμα Χ 77 στρέμματα Χ 3 γρ/σπάδικα = 1.386.000 γρ. και η αξία αυτών ανέρχεται σε 1.386.000 Χ 6 δρχ/γρ.= 8.316.000 δρχ. Τέλος, η αναμενόμενη παραγωγή ενσιρώματος για το παραπάνω διάστημα ανέρχεται σε 4.000 κιλά/στρέμμα επί 77 στρέμματα = 308.000 κιλά των οποίων η αξία ανέρχεται σε 308.000 κιλα Χ 9 δρχ/κιλό = 2.772.000 δρχ., ήτοι συνολικά αιτήθηκε αποζημίωση ποσού 30.929.960 δρχ. ή 90.743,82 ευρώ. Ακολούθως, ο Δ/ντης της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Ν.Α Λάρισας, με το 1895/8-2-2005 έγγραφό του, ενημέρωσε το Ν.Σ.Κ. ότι κατά το έτος 2000 η παραγωγή του γλυκού καλαμποκιού για το Νομό Λάρισας ανερχόταν σε 5.000 σπάδικες ανά στρέμμα, η τιμή πώλησης σε 80 δρχ ανά σπάδικα, η απόδοση της καλλιέργειας σε ενσίρωμα ανερχόταν σε 7.000 κιλά ανά στρέμμα, από τα οποία πρέπει να αφαιρεθούν τουλάχιστον 3.000 κιλά με την αφαίρεση των σπαδίκων και η τιμή πώλησης του ενσιρώματος ανερχόταν σε 9 δρχ (0,03 ευρώ) ανά κιλό. Τέλος, όσον αφορά τις τρίχες (στίγματα) δεν υπάρχουν στοιχεία διότι δεν είναι προϊόν που αφορά στη γεωργία. Επίσης, στο 1509/26-1-2005 έγγραφο του ΕΛΓΑ, το οποίο απευθύνεται, μεταξύ άλλων, στον εφεσίβλητο, αναφέρονται τα εξής: «[…] Ο ΕΛΓΑ αφού διενήργησε εξατομικευμένες εκτιμήσεις, διατύπωσε πορίσματα εκτίμησης των ζημιών στις καλλιέργειές σας και κατέβαλε τις ανάλογες αποζημιώσεις για τον καθένα σας. […] Διευκρινίζεται ότι κατά τη διατύπωση των πορισμάτων εκτίμησης, ως μέση παραγωγή αναφέρεται η πραγματικά αναμενόμενη εμπορεύσιμη παραγωγή του αγροτεμαχίου κατά την καλλιεργητική περίοδο που σημειώθηκε η ζημιά. Στα συγκεκριμένα πορίσματα οι παραγωγές ορισμένων αγροτεμαχίων είναι μειωμένες διότι παρατηρήθηκαν μυκητολογικές προσβολές από άνθρακα […]». Στο ίδιο αυτό έγγραφο του ΕΛΓΑ υπάρχει συνημμένος πίνακας στον οποίο αναφέρεται ότι ο πρώτος εφεσίβλητος καλλιεργούσε, κατά την επίμαχη περίοδο, 54 στρέμματα γλυκό καλαμπόκι στην τοποθεσία Μαυρόγεια και 23 στρέμματα επίσης γλυκό καλαμπόκι στην τοποθεσία Γιούρτια. Στην τοποθεσία Μαυρόγεια η μέση παραγωγή ανα στρέμμα σε σπάδικες ήταν 3500 σπάδικες, δηλαδή συνολικά 189.000 σπάδικες, η συλλεγείσα παραγωγή πριν από τη ζημιά ήταν 40.000 σπάδικες, το ποσοστό ζημίας επί ηρτημένης παραγωγής ήταν 40% και επί της συνολικής παραγωγής 32%, η αποζημιωθείσα παραγωγή σε σπάδικες ήταν 28.274 σπάδικες και η καταβληθείσα αποζημίωση ανέρχεται σε 3.319,08 ευρώ. Επιπλέον, η μέση παραγωγή ανά στρέμμα σε σπάδικες για τα 23 στρέμματα στην τοποθεσία Γιούρτια υπολογίζεται σε 4000 σπάδικες, δηλαδή συνολικά 92.000 σπάδικες, από τους οποίους υπήρξε μηδενική συλλογή πριν από τη ζημία και το ποσοστό ζημίας επί ηρτημένης παραγωγής ήταν 100%, ομοίως δε επί της συνολικής παραγωγής ενώ η αποζημιωθείσα παραγωγή σε σπάδικες ήταν 68.816 σπάδικες και η καταβληθείσα αποζημίωση ανέρχεται σε 8.078,18 ευρώ. Εν συνεχεία, ο πρώτος εφεσίβλητος, με το από 18-2-2005 υπόμνημά του, συμπληρωματικό της παραπάνω αίτησης εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, διευκρίνισε ότι η ζημία του επί της συνολικής παραγωγής ανέρχεται από τους σπάδικες σε ποσοστό 64,39%, από τα βράκτια και από το ενσίρωμα σε ποσοστό 100%, αναφέροντας, επίσης, ότι τα βράκτια (οι τρίχες) πωλούνται στη λιανική αγορά προς 1.79 δρχ ανά γραμμάριο και η απόδοση φτάνει τα 3 gr/σπάδικα και επομένως με σπαρμένα περί τα 6.000 φυτά η στρεμματική απόδοση σε βράκτια φτάνει περίπου στα 18.000 γρ/στρέμμα. Κατόπιν αυτών, με το 96/Θ6/β/22-2-2005 έγγραφο του Διευθυντή της Δ/νσης ΠΣΕΑ του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σχετικά με την εξώδικη συμβιβαστική επίλυση της κρίσιμης διαφοράς, μεταξύ άλλων, έγινε υπολογισμός της οικονομικής ενίσχυσης του πρώτου εφεσίβλητου, σύμφωνα με τα στοιχεία εκτίμησης των ζημιών από τον ΕΛ.Γ.Α., ως εξής: αναμενόμενη παραγωγή 77 στρεμμάτων επί 5.000 σπάδικες/στρέμμα = 385.000 σπάδικες μείον τη συγκομισθείσα παραγωγή 40.000 σπάδικες και την αποζημιωθείσα παραγωγή (από τον ΕΛ.Γ.Α. λόγω του καύσωνα) 97.088 σπάδικες, δηλαδή μη αποζημιωθείσα παραγωγή (385.000-40.000-97.088) 247.912 σπάδικες επί 30% = 74.373,6 σπάδικες Χ 80 δρχ/σπάδικα Χ 30% = 1.1784.966 δρχ ή 5.238,34 ευρώ. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος, με το 7-3-2005 δεύτερο συμπληρωματικό του υπόμνημα επί της πιο πάνω αίτησης, επισήμανε ότι υπήρξε εγκληματική αμέλεια της Διοίκησης να προβεί άμεσα σε εξατομίκευση ζημιών και όχι απλή διαπίστωσή τους ώστε να έχει και ο ίδιος το δικαίωμα υποβολής ένστασης, αναιτιολόγητα δε υπολογίστηκε η ζημία του σε ποσοστό 30% επί της αναμενόμενης παραγωγής. Επίσης, ανέφερε ότι μη νόμιμα η Δ/νση ΠΣΕΑ αντιμετώπισε τους τρεις παραγωγούς γλυκού καλαμποκιού του Ν. Λάρισας ως νομικό πρόσωπο, ενώ δεν αναφέρει τίποτα για τη ζημία του στο ενσίρωμα και στα βράκτια. Εν συνεχεία, με το 247/Θ6/20.5.2005 έγγραφο της Διεύθυνσης Π.ΑΜ. – Π.Σ.Ε.Α. του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σχετικά με το ζήτημα του αν θα έπρεπε να καταβληθεί στον εφεσίβλητο αποζημίωση και για το ενσίρωμα και τα βράκτια, σημειώθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: i) ο ΕΛ.Γ.Α., κύριος φορέας ασφάλισης της γεωργικής παραγωγής, δεν κατέβαλε στους ενδιαφερόμενους ενίσχυση για το ενσίρωμα και τα βράκτια, παρά μόνο για τους σπάδικες, ii) από τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για ζημίες από θεομηνίες και δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ουδέποτε χορηγήθηκε αποζημίωση για δεύτερο προϊόν ή υποπροϊόν στην ίδια καλλιέργεια, iii) τα κρίσιμα προγράμματα καλύπτουν μέρος του απολεσθέντος εισοδήματος, καθώς αποσκοπούν όχι στην πλήρη αποζημίωση, αλλά στην ενίσχυση των πληγέντων, iv) σε καμία περίπτωση δεν μπορούν οι ενάγοντες να αποζημιωθούν στο 100% της αξίας της απολεσθείσας παραγωγής τους, καθόσον για όλες τις ζημίες που σημειώθηκαν στη γεωργία το έτος 2000, από δυσμενείς καιρικές συνθήκες και ασθένειες, καταβλήθηκε, με τα εγκεκριμένα προγράμματα, το 30% της αξίας της απολεσθείσας παραγωγής, ενώ το πρόγραμμα για ζημίες από ασθένειες δεν έχει την παραμικρή συνάφεια με τα προγράμματα για ζημίες από πυρκαγιές, όπως αυτά του έτους 2000, που αφορούσαν σε ζημίες μεγάλης έκτασης και ιδιαίτερης φύσης (ολοκληρωτική καταστροφή όλων των δραστηριοτήτων με απώλεια παραγωγής για περισσότερα του ενός έτη). Μετά τα παραπάνω, το Ε΄ Τμήμα του Ν.Σ.Κ., με το 5484/96/3-11-2005 πρακτικό, γνωμοδότησε υπέρ της μερικής αποδοχής της από 5-11-2004 εξώδικης αίτησης συμβιβαστικής επίλυσης, ως νόμιμης και ως βάσιμης, κατά το μέρος που αφορούσε στον πρώτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και την καταβολή σ’ αυτόν αποζημίωσης, ύψους 5.238,34 ευρώ.
- Επειδή, με την από 29-12-2006 αγωγή τους, όπως αναπτύσσεται με το από 19-6-2013 κατατεθέν υπόμνημα, οι ενάγοντες προέβαλαν τα εξής: α) ότι μη νόμιμα το εναγόμενο Δημόσιο απέρριψε το αίτημά τους να τους χορηγηθεί οικονομική ενίσχυση για την καταστροφή της σοδειάς γλυκού καλαμποκιού το καλοκαίρι του έτους 2000 και δεν ζήτησε εξατομίκευση ζημιών προκειμένου να αποζημιωθούν προσηκόντως, σύμφωνα με το εφαρμοστέο στην περίπτωσή τους άρθρο 11.3 των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών, συνεκτιμωμένου του γεγονότος ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις ασθενειών και μεμονωμένων περιπτώσεων οι παραγωγοί τυγχάνουν έγκρισης και αποκατάστασης από την Ε.Ε., β) ότι η βλάβη από τις ξηροθερμικές συνθήκες το καλοκαίρι του 2000 εκδηλώθηκε με δυο τρόπους, ως άμεση συνέπεια του καύσωνα, για την οποία αποζημιώθηκαν από τον ΕΛΓΑ και ως συνέπεια της ασθένειας «άνθρακας του καλαμποκιού» για την οποία δεν αποζημιώθηκαν και η οποία προκαλεί στείρωση του φυτού, δηλαδή μη δημιουργία του σπάδικα ή προσβολή του ήδη δημιουργηθέντοςσπάδικα με αποτέλεσμα να σχηματίζονται κύστεις και να καθίσταται ακατάλληλος για κατανάλωση, γ) ότι μη νόμιμα ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου δεν συμμορφώθηκε με τη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. αφού μόνος αρμόδιος για την αποδοχή ή μη της γνωμοδότησης είναι ο ίδιος ο Υπουργός, δ) ότι η ζημία τους ανήλθε σε ποσοστό πάνω από το 50% της προσδοκώμενης παραγωγής είτε σε αξία είτε σε ποσότητα και παραπέμπουν σχετικά στους προεκτέθεντες υπολογισμούς της από 5-11-2004 αίτησής τους και ε) ότι με το 96/Θ6/β/22-2-2005 έγγραφο της Δ/νσης ΠΣΕΑ: ι) υπολογίσθηκε εσφαλμένα το ποσό της ενίσχυσης που δικαιούνταν ο πρώτος ενάγων και τούτο διότι εάν αφαιρεθεί από την αναμενόμενη παραγωγή των 385.000 σπαδίκων όχι μόνο η συγκομισθείσα και η αποζημιωθείσα από τον ΕΛΓΑ ποσότητα, αλλά και η προσβληθείσα από την ασθένεια του άνθρακα ποσότητα των 74.373,6 σπαδίκων, απομένουν 173.538,4 τεμάχια, τα οποία θα έπρεπε να είναι είτε συγκομισθείσα είτε καλυφθείσα από τον ΕΛΓΑ παραγωγή ενώ δεν ισχύει τίποτα από τα δύο, ιι) υφίσταται παραδοχή ότι η ως άνω Δ/νσηέπραξε άδικα για τους θεομηνιόπληκτους πλην εκείνων που επλήγησαν από πυρκαγιές το 2000, οι οποίοι ενισχύθηκαν στο 100% της ζημίας τους ενώ οι λοιποί σε ποσοστό 30% και ιιι) εσφαλμένα οι ενάγοντες αντιμετωπίστηκαν ως νομικά πρόσωπα για τον προσδιορισμό της ζημίας, ενώ αποτελούν φυσικά πρόσωπα. Κατόπιν αυτών ο πρώτος ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Δημόσιο να τον αποζημιώσει για την υλική (περιουσιακή) ζημία που υπέστη από την προεκτεθείσα παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του και η οποία (ζημία) συνίσταται: α) στη μη καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης για την καταστροφή της σοδειάς του το καλοκαίρι του έτους 2000, ποσού 91.523,32 ευρώ [ειδικότερα: 1) από τους σπάδικες : 5000 σπάδικες/στρέμμα Χ 0,235 ευρώ/σπάδικα = 1175 ευρώ, 2) από το ενσίρωμα 4000 κιλά/στρέμμα Χ 0,027 ευρώ/κιλό = 108 ευρώ/στρέμμα και 3) από τα στίγματα 18000 γρ. ή 18 κιλά Χ 0,018/στρέμμα = 324 ευρώ/στρέμμα, ήτοι συνολικά 1175 + 108 + 324 = 1607 ευρώ/στρέμμα. Άρα 77 στρέμματα Χ 1607 ευρώ = 123.739 ευρώ, ποσό από το οποίο αφαιρούνται τα αναλογούντα στις ποσότητες που συγκομίστηκαν και αποζημιώθηκαν από τον ΕΛΓΑ, δηλαδή 97.088 + 40.000 τεμάχια Χ 0,235 ευρώ/τεμάχιο = 32.215,68 ευρώ, ήτοι (123.739 ευρώ – 32.215,68 = 91.523,32 ευρώ], β) στην απώλεια εισοδήματος για τα επόμενα έτη 2001-2006, λόγω οικονομικής αδυναμίας για την εκτέλεση πλήρως των καλλιεργητικών εργασιών το 2001 και παντελούς αδυναμίας καλλιέργειας τα επόμενα έτη, συνολικού ποσού 749.970 ευρώ [ειδικότερα: για την Α καλλιεργητική περίοδο 2001 σε έκταση 45 στρεμμάτων: 1.607 ευρώ Χ 45 = 72.315 ευρώ – μείον τα έξοδα καλλιέργειας που δεν έγιναν, δηλαδή 88 ευρώ/στρέμμα Χ 45 = 3960 ευρώ = 68.355 ευρώ, για την Β καλλιεργητική περίοδο 2001 σε έκταση 45 στρεμμάτων: 1607 ευρώ Χ 45 = 72.315 ευρώ – μείον τα έξοδα καλλιέργειας που δεν έγιναν, δηλαδή 230 ευρώ/στρέμμα Χ 45 = 10.350 ευρώ = 61.965 ευρώ, για καθεμία από τις λοιπές Α και Β καλλιεργητικές περιόδους ετών 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006 το ίδιο ποσό των 61.965 ευρώ και, επομένως, το συνολικό ποσό των (123.930 ευρώ Χ 5 έτη, 2002-2006) + 130.320 ευρώ για το έτος 2001 = 749.970 ευρώ)] και γ) στην απώλεια περιουσιακών στοιχείων, λόγω εκπλειστηρίασης ακινήτου (συσκευαστηρίου) στο 16ο χλμ της ΕΟ Φαρσάλων Βόλου, ιδιοκτησίας της ΘΕΣΠΑΡ ΑΕ, στην οποία ήταν μέτοχος σε ποσοστό 1/6 [ειδικότερα το εν λόγω ακίνητο αξίας 600.000 ευρώ τουλάχιστον εκπλειστηριάσθηκε στις 29-6-2005 αντί του τιμήματος των 93.000 ευρώ και, επομένως, η ζημία του ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ (600.000 ευρώ Χ 1/6) – 15.500 ευρώ (93.000 Χ 1/6) = 84.500 ευρώ], ήτοι συνολικού ύψους (91.523,32 ευρώ + 749.970 ευρώ + 84.500 ευρώ = ) 925.993,32 ευρώ. Περαιτέρω, ο πρώτος ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Δημόσιο να του καταβάλει το ποσό των 500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη, διότι η παραπάνω συμπεριφορά των οργάνων του τον κατέστησε πρόσωπο αφερέγγυο στην αγορά και έπληξε την αξιοπιστία και την καλή φήμη του στο εμπόριο του γλυκού καλαμποκιού, ενώ επιπλέον υπέστη ιδιαίτερα μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία. Προς απόδειξη των ανωτέρω αγωγικών ισχυρισμών προσκομίσθηκαν, μεταξύ άλλων, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τα εξής έγγραφα: α) η C(2002)197/31-1-2002 έγκριση της Επιτροπής για τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης σε παραγωγούς στο Νομό Λάρισας των οποίων η παραγωγή δέντρων καστανιάς ζημιώθηκε από την ξηρασία κατά το καλοκαίρι του 2000 και από θερμούς νότιους ανέμους το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 2000, βαμβακιού, ζαχαρότευτλων, πατάτας, φασολιών, μηδικής αραβόσιτου, βιομηχανικής τομάτας και αρδευόμενων δέντρων ελιάς που ζημιώθηκαν από τη έλλειψη αρδευτικού νερού και λόγω ξηρασίας το καλοκαίρι του 2000, β) η Ε(2002)723/25-3-2002 έγκριση της Επιτροπής για τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης σε παραγωγούς γεώμηλων στους νομούς Φθιώτιδας και Βοιωτίας που υπέστησαν ζημιές λόγω συνεχών βροχοπτώσεων τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1999, γ) η C(2002)3563fin/2-10-2002 έγκριση της Επιτροπής για τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης σε παραγωγούς χειμερινών δημητριακών στο Ν. Λάρισας, οι οποίοι ζημιώθηκαν από ξηρασία και υψηλές θερμοκρασίες κατά το μήνα Απρίλιο 2000 και των οποίων η παραγωγή χειμερινών δημητριακών, βάμβακος, καρπουζιών και δενδρωδών καλλιεργειών ζημιώθηκε από ακρίδες το έτος 2000, δ) η από10-5-2010 γνωμοδότηση του Γεωπόνου Ι. Γιαννακόπουλου σχετικά με τις επιπτώσεις της ασθένειας άνθρακας του καλαμποκιού στην παραγωγή γλυκού καλαμποκιού, στην οποία αναφέρεται ότι: «[…] στα γλυκά καλαμπόκια […] η προσβολή μπορεί να φτάσει ακόμη και στο 100% [….] Από τη στιγμή που η ασθένεια εκδηλωθεί δεν υπάρχει χημική καταπολέμηση. […] Γενικά αποφεύγεται η κατανάλωση μερών του φυτού που έχει προσβληθεί από άνθρακα του καλαμποκιού. […]», ε) η 784/8-12-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ιωάννη Αγγελογιαννάκη ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βόλου Ειρήνης-Μαρίας Καλύβα, ο οποίος κατέθεσε τα εξής: «[…] Το 2000 καλλιέργησα στην περιοχή Ερέτριας Φαρσάλων γλυκό καλαμπόκι. Αυτή η καλλιέργεια είναι δύσκολη και απαιτητική, ενώ παράλληλα απαιτούνται πολλά έξοδα. […] . Η προσβολή της καλλιέργειάς μου από άνθρακα του καλαμποκιού ήταν πρωτοφανής, Τις προηγούμενες χρονιές δεν είχα διαπιστώσει καμία απολύτως προσβολή. Στην αρχή της καλλιέργειας, όταν τα φυτά ήταν μικρά, πολλά από αυτά νεκρώνονταν. Όσα φυτά από αυτά έφταναν στην παραγωγή παρουσιάσαν στις ρόκες όγκο από άνθρακα. […]. Ο όγκος του άνθρακα μέσα από τα φύλλα της ρόκας ή την άκρη της, την έκανε μη εμπορεύσιμη, την αχρήστεψε παντελώς και έπρεπε να πεταχτεί. […]. Δεν είναι υπερβολικό να πω ότι το ποσοστό ζημιάς έφτασε το ογδόντα έως ενενήντα τοις εκατό (80%-90%). Το ίδιο πρόβλημα και την ίδια ζημία, δυστυχώς, αντιμετώπισαν και οι αδερφοί Αλεξίου, οι οποίοι καλλιεργούσαν πολύ περισσότερα στρέμματα από εμένα. Και σε εκείνους, δυστυχώς, το ποσοστό της ζημιάς ήταν πολύ μεγάλο. […]. Στην περιοχή της Λάρισας καλλιεργούσαμε εγώ και οι αδερφοί Αλεξίου μόνο. Καλλιεργούσαμε στην ίδια περιοχή και η απόσταση των κτημάτων μας ήταν τέσσερα με πέντε χιλιόμετρα περίπου. […].», στ) η 1055/7-6-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ιωάννη Γιαννακόπουλου ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λάρισας Πολυξένης Μπράβου, κατά την οποία ο παραπάνω κατέθεσε τα εξής: «[…] Είμαι γεωπόνος και δραστηριοποιούμαι στα Φάρσαλα από τη δεκαετία του 1980. […]. Παρακολουθούσα την καλλιέργεια των αδερφών Αλεξίου σε όλα τα στάδια και για μένα είχε επαγγελματικό και επιστημονικό ενδιαφέρον. Το 2000 παρατηρήθηκε έντονη προσβολή από την ασθένεια άνθρακας του καλαμποκιού (Ustilagomaydis). Η έντονη προσβολή από την ασθένεια άνθρακας του καλαμποκιού οφειλόταν στις ξηροθερμικέςασυνθήκες που επικράτησαν εκείνη τη χρονιά. Το θυμάμαι πολύ καλά γιατί η καταστροφή ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και καταστροφική. […]. Χημική καταπολέμηση για την ασθένεια άνθρακας του καλαμποκιού δεν υπάρχει. […]. Παράγοντας που προκαλεί τη έκρηξη της ασθένειας και εκτεταμένη προσβολή είναι οι ξηροθερμικές συνθήκες. […]. Με βάση τα παραπάνω και εξετάζοντας την απώλεια παραγωγής εξαιτίας της ασθένειας στην καλλιέργεια γλυκού καλαμποκιού για το αγροτεμάχιο έκτασης 54 στρεμμάτων του Βασίλειου Αλεξίου στην τοποθεσία Μαυρόγες η ζημία αναλύεται ως εξής: για το πρώτο προϊόν, τους σπάδικες, οι αναμενόμενοι σπάδικες θα ήταν: 54 στρέμματα Χ 5000 τεμάχια ανά στρέμμα = 270.000 τεμάχια (σπάδικες). Ο ΕΛΓΑ αναφέρει στο εκτιμητήριοηρτημένη (συνολική παραγωγή αγροτεμαχίου σε σπάδικες) παραγωγή 3500 ηρτημένη (συνολική παραγωγή αγροτεμαχίου σε σπάδικες) παραγωγή 3500 τεμάχια ανά στρέμμα ήτοι 189.000 τεμάχια. Άρα μέχρι να σχηματιστεί η παραγωγή είχε υποστεί ήδη μείωση, ζημία εξαιτίας της ασθένειας, της τάξης των 1500 τεμαχίων = 81.000 τεμάχια. Η ζημία που οφείλεται στους προσβληθέντεςσπάδικες είναι η διαφορά μεταξύ της ηρτημένης παραγωγής, 189.000 τεμάχια, της συλλεχθείσας παραγωγής, 20.000 τεμάχια, και της κααλυφθείσας παραγωγής από τον ΕΛΓΑ από έτερο ζημιογόνο γεγονός καλυπτόμενο από τον ΕΛΓΑ, τα 28.274 τεμάχια ήτοι: 189.000-40.000-28.274 = 120.726 τεμάχια. Η συνολική ζημία για το συγκεκριμένο τεμάχιο στο πρώτο προϊόν, δηλαδή τους σπάδικες, από την ασθένεια είναι: 81.000 τεμάχια + 120.727 τεμάχια = 201.726 τεμάχια. […]. Για το δεύτερο προϊόν, το ενσίρωμα, η ζημία ήταν ολοκληρωτική λόγω εμφάνισης άνθρακα, ο οποίος είχε μολύνει όλα τα φυτά. Για το τρίτο προϊόν, τα στίγματα, είχαν ήδη μολυνθεί από τη σκόνη του άνθρακα, γεγονός που τα έκανε επικίνδυνα και ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση», ζ) το 1813/23-3-2001 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής της επιχείρησης ΑΡΟΥΚΑΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ, από το οποίο προκύπτει η αγορά γεωργικών σπόρων από τον ενάγοντα, η) η 11025/16-7-2007 βεβαίωση του Προϊστάμενου της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Φαρσάλων, στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγων το έτος 2003 δεν έκανε δήλωση ΟΣΔΕ στην Ένωση και θ) η 95511/16-10-2017 βεβαίωση της Προϊσταμένης της Δ/νσης Άμεσων Ενισχύσεων & Αγοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ, στην οποία αναφέρεται ότι ο πρώτος ενάγων δεν έχει υποβάλει δήλωση ΟΣΔΕ για τα έτη ενίσχυσης 2004 και 2005.
- Επειδή, καταρχάς, με την εκκαλουμένη απόφαση, απορρίφθηκε η ανωτέρω αγωγή, ως αβάσιμη, κατά το μέρος που αφορούσε στη δεύτερη ενάγουσα Παρασκευή Κόκκαλη, διότι: α) δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η υποβολή αιτήματος από αυτήν για εξατομίκευση ζημιών σε καλλιέργειές της από την ασθένεια του άνθρακα, αλλά εμφανίζεται το πρώτον να αξιώνει ενίσχυση με την 790/5.1.2005 αίτηση εξώδικης επίλυσης της διαφοράς προς το Ν.Σ.Κ., β) η ίδια παραδέχεται ότι δεν προέβαλε αίτημα εξατομίκευσης της ζημίας της, λόγω μη διαπίστωσης ζημίας κατά το χρόνο που εκδηλώθηκαν οι υψηλές θερμοκρασίες (άνοιξη και καλοκαίρι του έτους 2000) αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, και γ) δεν προσκομίζει ούτε υπάρχουν εντός του διοικητικού φακέλου, έγγραφα στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των στρεμμάτων που είχε καλλιεργήσει την επίμαχη περίοδο ούτε σχετικά με τα κέρδη τυχόν συγκομισθείσας παραγωγής και με τα πιθανά κέρδη της αναμενόμενης παραγωγής, ιδίως πίνακες της Δ/νσης ΠΣΕΑ.
- Επειδή, περαιτέρω, με την εκκαλουμένη απόφαση, η ανωτέρω αγωγή, κατά το μέρος που αφορούσε στον πρώτο ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο …………………….., έγινε εν μέρει δεκτή με την ακόλουθη αιτιολογία: «Λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) ήδη από το Μάρτιο του 2001, ο αρμόδιος Υπουργός Γεωργίας, έχοντας ενημερωθεί, με το 127/Θ/5.2.2001 έγγραφο του εν λόγω Υπουργείου, για την αρνητική πρόταση της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α. σχετικά με τη χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης στους καλλιεργητές αραβοσίτου 244 στρεμμάτων στο Νομό Λάρισας, στους οποίους περιλαμβανόταν ο πρώτος ενάγων, διαφώνησε με την πιο πάνω Δ/νση, δίδοντας έγγραφη εντολή, στο τέλος του εν λόγω εγγράφου, να εκδηλωθούν ενέργειες για την αποζημίωση κατηγοριών καλλιεργητών, στις οποίες περιλαμβάνονταν και ο ενάγων, β) η απόφαση του Υπουργού να ληφθούν μέτρα, ενεργοποιεί τη διαδικασία για την εκπόνηση σχετικού προγράμματος, γ) η αιτιολογία της επανειλημμένης απόρριψης του αιτήματος του πρώτου ενάγοντος από τα όργανα της Δ/νσης ΠΣΕΑ ελέγχεται ως μη νόμιμη. Τούτο διότι από καμία διάταξη, ενωσιακή ή εθνική, δεν προκύπτει ότι δεν ενισχύονται οι ζημίες μεμονωμένων παραγωγών ενώ η σύνδεση της ενίσχυσης με μέτρα θεραπείας του προβλήματος στην πηγή του είναι υποχρέωση των Αρχών και δεν μπορεί να μετακυλίεται στον πληγέντα παραγωγό και δη να χρησιμοποιείται ως αιτιολογία απόρριψης του αιτήματος ενίσχυσης και δ) η Επιτροπή, με την ………………………/5-11-2004 απάντησή της, αναφέρει ότι ενέκρινε το καθεστώς ενισχύσεων για τις ζημίες αγροτών, που προέκυψαν στο Νομό Λάρισας, από τις καιρικές συνθήκες το έτος 2000 και ως εκ τούτου θα είχε εγκριθεί και η περίπτωση του πρώτου ενάγοντος, απέδωσε δε στις ελληνικές Αρχές την παράλειψη ότι δεν συνυπολόγισαν τις οφειλόμενες στον άνθρακα ζημίες παραγωγών, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η παράλειψη των οργάνων της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α. να εξατομικεύσουν τη ζημία του πρώτου ενάγοντος και να τον εντάξουν σε πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης. Συνεπώς, τα όργανα του εναγομένου υπέχουν ευθύνη προς αποζημίωση του πρώτου ενάγοντος, κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της παραπάνω παράλειψης. Η αποζημίωση, δε, αυτή αντιστοιχεί στην επιδότηση που θα λάμβανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, για τις καταστροφές στους σπάδικες των καλλιεργειών του γλυκού καλαμποκιού κατά την α΄ καλλιεργητική περίοδο του 2000. Ως προς το ποσοστό της ζημίας που αυτός υπέστη στην παραγωγή του, αυτό θα πρέπει να προσδιορισθεί με βάση το, αναφερόμενο εξαρχής από το καθού, ως μέσο όρο του «20%-40%», ποσοστό 30% (βλ. σχ. υπ’ αριθμ. πρωτ. …………………. έγγραφο του Τμήματος Φυτοπροστασίας της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λάρισας αναγγέλθηκε προς τη Διεύθυνση Π.Σ.Ε.Α.), το οποίο ναι μεν δεν είναι προϊόν εξατομίκευσης, όμως πρέπει να θεωρηθεί ότι συνομολογείται από το εναγόμενο, ενώ το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα μεγαλύτερο ποσοστό ζημίας δεν αποδεικνύεται προσηκόντως. Εφόσον, δε, η εν λόγω επιδότηση θα προέκυπτε κατόπιν της νομότυπης ένταξής του στο πρόγραμμα ενισχύσεων των υπ’ αριθμ. ………………… και 468/240070/1584/20.2.2002 Κ.Υ.Α., βάσει των εν λόγω Κ.Υ.Α. και της υπ’ αριθμ. 862/Θ/12.3.2002 υπουργικής απόφασης, το ύψος της οικονομικής ενίσχυσης για έκαστο εξ αυτών θα ήταν ίσο με το 30% της απολεσθείσας παραγωγής του, και δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 11.738,11 ευρώ. Αβάσιμα, δε, υποστηρίζεται από τον ενάγοντα ότι θα έπρεπε να αποζημιωθεί σε ποσοστό 100%, με βάση την υπ’ αριθμ. 538/2003 Κ.Υ.Α., διότι η συγκεκριμένη Κ.Υ.Α. αφορά σε πρόγραμμα επιδότησης πυρόπληκτων, και όχι σε πρόγραμμα ενίσχυσης γεωργών, στο οποίο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εντάσσονταν οι ενάγοντες, όπως βασίμως προβάλλει και το εναγόμενο. Συνακόλουθα, το συγκεκριμένο κονδύλιο θα πρέπει να διαμορφωθεί με τον τρόπο που προσδιορίσθηκε με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ………………………. έγγραφο της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α. για τον πρώτο ενάγοντα με αφαίρεση της αποζημίωσης για το ποσοστό ζημίας που έλαβε από τον ΕΛΓΑ. Επομένως, αυτός θα πρέπει να λάβει για αναμενόμενη παραγωγή 77 στρεμμάτων επί 5.000 σπάδικες/στρέμμα = 385.000 σπάδικες μείον τη συγκομισθείσα παραγωγή 40.000 σπάδικες και την αποζημιωθείσα παραγωγή (από τον ΕΛ.Γ.Α. λόγω του καύσωνα) 97.088 σπάδικες, δηλαδή μη αποζημιωθείσα παραγωγή (385.000-40.000-97.088) 247.912 σπάδικες επί 30% = 74.373,6 σπάδικες Χ 80 δρχ/σπάδικα Χ 30% = 1.1784.966 δρχ ή 5.238,34 ευρώ. Αντίθετα, τα κονδύλια της αγωγής αναφορικά με τη θετική βλάβη που φέρεται να αφορούν στο ενσίρωμα και στο στίγμα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα, καθόσον οι ενάγοντες δεν αποδεικνύουν την εκμετάλλευση και πώληση από αυτούς των συγκεκριμένων μερών του γλυκού καλαμποκιού, και μάλιστα κατά τα προηγούμενα της ζημιάς έτη. Περαιτέρω, όσον αφορά στην αξίωση καταβολής διαφυγόντων κερδών για τις μελλοντικές καλλιεργητικές περιόδους λόγω οικονομικής αδυναμίας εκμετάλλευσης των στρεμμάτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενάγων δεν προσκομίζει στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται η οικονομική του αδυναμία κατά τα επόμενα έτη, για τα οποία αξιώνει την καταβολή αποθετικής ζημίας, ιδίως για τα εισοδήματα και τις υποχρεώσεις του, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω κονδύλιο είναι απορριπτέο ως αναπόδεικτο. Ομοίως, η αξίωση αποκατάστασης της θετικής ζημίας που επικαλείται ότι υπέστη από την εκπλειστηρίαση ακινήτου του είναι προεχόντως απορριπτέα ως αναπόδεικτη. Περαιτέρω, ως προς την ηθική βλάβη, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ταλαιπωρία, στην οποία υποβλήθηκε, συνιστάμενη στη μακρόχρονη αβεβαιότητα ως προς την έκβαση της υπόθεσής του, κρίνει ότι αυτός έχει υποστεί βλάβη και πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 500 ευρώ».
- Επειδή, ήδη το εκκαλούν Δημόσιο με την κρινόμενη έφεσή του ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του πρώτου ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου……………………., ως νομικά εσφαλμένης, προβάλλοντας ότι την προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης του. Τούτο διότι, η 468/240070/1584/20.2.2002 Κ.Υ.Α., η οποία καθιερώνει το επίμαχο πρόγραμμα, αποτελεί κανονιστική διοικητική πράξη, επιτρεπτικού χαρακτήρα, για τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων που καταρχήν απαγορεύονται από το ενωσιακό δίκαιο (βάσει του άρθρου 87 παρ. 2 περ. β΄ της Συνθ. Ε.Κ.). Η δε εξουσιοδοτική διάταξη δεν θέτει όρους υπέρ της καταβολής ενισχύσεων υποχρεωτικώς και αδιακρίτως για κάθε ζημία από δυσμενείς καιρικές συνθήκες (όπως οι υψηλές θερμοκρασίες) ή συγκεκριμένες φυτικές ασθένειες (όπως ο άνθρακας του καλαμποκιού). Εξάλλου, οι κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν συνιστούν κανόνα δικαίου, αλλά ερμηνευτική, των εξαιρετικών ρυθμίσεων του άρθρου 87 της Συνθ. Ε.Κ., εγκύκλιο, συν τοις άλλοις, βάσει των κατευθυντήριων αυτών γραμμών (σημείο 11.4.1 αυτών), η προσβολή καλλιεργειών από φυτική ασθένεια συνήθως δεν αποτελεί θεομηνία ή έκτακτο γεγονός κατά την έννοια της συνθήκης. Συνακόλουθα, ως προς τη διαμόρφωση του κρίσιμου προγράμματος, η διοίκηση διέθετε διακριτική ευχέρεια ουσιαστικής στάθμισης των επιμέρους περιπτώσεων βάσει αντικειμενικών όρων και βαθμών σοβαρότητας, ελεγχόμενη, στο πλαίσιο αυτό, μόνο ως προς την τήρηση των όρων της εξουσιοδοτικής (εθνικής) διάταξης. Μοναδική περίπτωση να θεωρηθεί παράνομη η παράλειψη της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση υφίσταται όταν (με αυτή) παραβιάζεται ευθέως θεσπιζόμενο από το νόμο ατομικό δικαίωμα, περίπτωση που δεν συντρέχει, ούτε υποστηρίζεται ότι συντρέχει εν προκειμένω. Ακόμη ισχυρίζεται ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α. του Υπουργείου Γεωργίας δεν εγνώριζαν ότι οι ασθένειες και οι μεμονωμένες περιπτώσεις τυγχάνουν έγκρισης από την Ε.Ε. (αφού οι ίδιοι σε παρόμοιες περιπτώσεις είχαν προβεί στις σχετικές ενέργειες), δεδομένου ότι βάσει των κρίσιμων διατάξεων των άρθρων 87 και 88 της Συνθ. Ε.Κ., η λήψη μέτρων υπέρ των αγροτών για την αντιμετώπιση ζημιών που παθαίνουν αυτοί στις εκμεταλλεύσεις τους από θεομηνίες, δυσμενείς καιρικές συνθήκες και άλλα έκτακτα γεγονότα, αποτελεί δυνατότητα των Κρατών – Μελών, εν προκειμένω υφιστάμενη υπέρ του Υπουργείου Γεωργίας. Περαιτέρω, προβάλλει ότι: α) ο εφεσίβλητος αποζημιώθηκε από τον ΕΛ.Γ.Α. για τις ζημίες του από τον καύσωνα, χωρίς να προκύπτουν τα συγκεκριμένα ποσά και η αντιστοιχία τους επί της παραγωγής, β) η ύπαρξη θερμοκρασίας μεγαλύτερης των 40 βαθμών Κελσίου κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν αντιστοιχεί στις ιδανικές θερμοκρασίες ανάπτυξης της ασθένειας «άνθρακας του καλαμποκιού», κυμαινόμενες από 26 έως 34 βαθμούς Κελσίου με αποτέλεσμα οι υψηλές θερμοκρασίες να μην ευσταθούν ως γενεσιουργό αποκλειστικό αίτιο της ασθένειας, γ) βάσει του αριθμού των παραγωγών (3) και της έκτασης (244 στρέμματα) που επλήγη, δεν συνέτρεξαν εκτεταμένες απώλειες από φυσικό φαινόμενο θεομηνίας ή έκτακτο γεγονός, όπως απαιτείται από την παρ. 11.2.1 των κατευθυντήριων οδηγιών, και δ) οι ζημίες καλλιεργειών αραβοσίτου που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα προκλήθηκαν από έλλειψη αρδευτικού νερού (λόγω παρατεταμένης ξηρασίας και υψηλής θερμοκρασίας), όχι εξαιτίας ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών. Με δεδομένα τα ανωτέρω και με βάση τις επιταγές των παρ. 11.2.1 (που απαιτεί εκτεταμένες σε αριθμό παραγωγών και εκτάσεις καλλιεργειών απώλειες και αποκλείει, κατ’ αρχήν, τις φυτικές ασθένειες από την έννοια της θεομηνίας ή του έκτακτου γεγονότος), 11.3.1 (μη αναγνώριση των δυσμενών καιρικών συνθηκών αφ’ εαυτών ως ζημιογόνων συμβάντων), και 11.4.1 και 11.4.2 (αποκλεισμός των φυτικών ασθενειών από την έννοια της θεομηνίας ή του έκτακτου γεγονότος, αποδοχή δε των φυτικών ασθενειών ως τέτοιων μόνο στο πλαίσιο εφαρμογής προγραμμάτων καταπολέμησης σε επίπεδα που ξεπερνούν τα τοπικά όρια) των κατευθυντήριων οδηγιών, υπήρξε σύννομη η μη ένταξη του ήδη εκκαλούντος παραγωγού στο πρόγραμμα ενίσχυσης, και δεν εχώρησε κάποια παράλειψη από πλευράς των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου. Προβάλλεται, τέλος, ότι εν προκειμένω δεν συντρέχει ούτε η προϋπόθεση της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του αποτελέσματος.
- Επειδή, στην κρινόμενη περίπτωση η ένδικη παρανομία ερείδεται στην παράλειψη των οργάνων του Υπουργείου Γεωργίας, και συγκεκριμένα της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α., να εξετάσουν, με την αναγγελία του ζημιογόνου γεγονότος, την περίπτωση των προκληθεισών ζημιών στις καλλιέργειες του πρώτου εφεσιβλήτου, ακολουθώντας τη συνήθη διαδικασία που ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις, ήτοι δίδοντας εντολή εξατομίκευσης των ζημιών, κατά τα προβλεπόμενα στην 331117/3.12.1984 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβέρνησης και Γεωργίας, ώστε εάν εκπληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, να είναι δυνατή η χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης, κατόπιν έγκρισης του προγράμματος αυτού από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ενόψει αυτού, δεν επιβάλλεται και δεν απαιτείται η εξέταση της νομιμότητας ή μη της παράλειψης έκδοσης κανονιστικής διοικητικής πράξης (περί έγκρισης καταβολής οικονομικής ενίσχυσης), όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το εκκαλούν Δημόσιο, αλλά του εάν τα όργανα της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α., κατά την άσκηση της υπηρεσίας τους, άσκησαν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, και εάν, συγκεκριμένα, απέκλιναν από προηγούμενη, πάγια πρακτική τους (πρβλ. ΣτΕ 2007/2013). Τέτοια απόκλιση συνέτρεξε, εν προκειμένω, ήδη από το Μάρτιο του 2001, όταν ο αρμόδιος Υπουργός Γεωργίας, έχοντας ενημερωθεί, με το …………………… έγγραφο του εν λόγω Υπουργείου, για την αρνητική πρόταση της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α. σχετικά με τη χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης στους καλλιεργητές αραβοσίτου 244 στρεμμάτων στο Νομό Λάρισας, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εφεσίβλητος, διαφώνησε, δίδοντας έγγραφη εντολή, ώστε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία για την εκπόνηση σχετικού προγράμματος (προς υποβολή αυτού στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έγκριση), μετά το Μάρτιο του 2001, γεγονός που υποδηλώνει ότι η άρνηση των οργάνων της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α. να δρομολογήσουν την εξατομίκευση των ζημιών του πρώτου εφεσιβλήτου, συνιστά παράλειψη των οργάνων αυτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και στην πάγια πρακτική τους, αντικείμενη στην αρχή της καλής πίστης. Εξάλλου, η ως άνω εκδηλούμενη παράνομη παράλειψη, εκ μέρους των οργάνων της Διεύθυνσης Π.Σ.Ε.Α., στοιχειοθετείται και από την εμμονή στην κατά τα ανωτέρω αρνητική αντιμετώπιση της ζημίας του πρώτου εφεσιβλήτου παραγωγού, παρά την έκδοση του 882/12.7.2002 γνωμοδοτικού εγγράφου του Γραφείου Κοινοτικού Δικαίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στο Υπουργείο Γεωργίας, αλλά και από την 94/18.3.2003 γνωμοδότηση του Δ΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Συγκεκριμένα και με τις δύο αυτές γνωμοδοτήσεις έγινε δεκτό ότι η εξατομίκευση των ζημιών των εν λόγω παραγωγών επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, και από τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, θέτοντας έτσι σε εσφαλμένη βάση την αιτιολογία της επανειλημμένης απόρριψης από τη Διεύθυνση Π.Σ.Ε.Α. του ένδικου αιτήματος, η οποία (απόρριψη) θεμελιώθηκε στην, κατ’ αυτή εσφαλμένη όπως αποδείχθηκε, ερμηνεία των κρίσιμων κατευθυντήριων οδηγιών [Ανακοίνωση της Επιτροπής «Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας» (2000/C 28/02)]. Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με το 64205/AGR/04-EL-03.11.2004 D-36254 έγγραφό της (απορριπτική απόφαση), απέδωσε στις ελληνικές αρχές την παράλειψη ότι δεν συνυπολόγισαν τις οφειλόμενες στον άνθρακα ζημίες σε αυτές που προέκυψαν εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών κατά το έτος 2000, πρόγραμμα που η ίδια είχε εγκρίνει, δίδοντας την έννοια ότι οι ενισχύσεις του πρώτου εφεσιβλήτου θα ετύγχαναν εγκρίσεως, αν είχαν τύχει της προσήκουσας επεξεργασίας και συμπερίληψης από τις αρμόδιες αρχές, στις οποίες και αποδόθηκε και υπαιτιότητα, ήτοι καθυστέρηση (χρονοτριβή) στον καθορισμό του τρόπου αποζημίωσης του ανωτέρω. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Ελληνικό Δημόσιο, διά των αρμοδίων οργάνων του, παρέλειψε να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του, για εξατομίκευση και περαιτέρω διερεύνηση των ζημιών του πρώτου εφεσίβλητου, και, επομένως, υπέχει ευθύνη προς αποζημίωσή του κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για τη ζημία που αυτός υπέστη, όπως ορθώς και νομίμως κρίθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτομένων, ως αβασίμων, των αντιθέτων προβαλλομένων με την κρινόμενη έφεση.
- Επειδή, κατ’ ακολουθίαν αυτών, η έφεση πρέπει ν’ απορριφθεί.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9/9/2021 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 31/3/2022, με τη συμμετοχή της Εφέτη Δ.Δ. Μαρίας Δραζιώτη, λόγω προαγωγής του Εφέτη Δ.Δ. Δημητρίου Χ. Τοπάλογλου σε Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ. (άρθρο 194 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ